Πίναμε το τσιπουράκι μας στο καφενείο , και παρακολουθούσαμε τα νυκτερινά δελτία ειδήσεων ,από κανάλι σε κανάλι. Όπου κι’ αν γυρίζαμε, πάλι τα ίδια και τα ίδια. Μαυρίλα και απελπισία.
“ Άπα-πά , πάμε από να κάτσουμε έξω. Δεν αντέχω άλλο. ”
“ Τι δεν αντέχεις βρέ Γιακουμή; “
“ Πολλά, αλλά περισσότερο απ’ όλα, δεν μπορώ να βλέπω αυτούς τους σουφρωμένους γέρους, στην εξουσία της Ευρώπης… Αυτοί μας κυβερνούν; “
“ Καλώς το είπες. Ξεμωραμένους κωλόγερους, μ’ ακριβά κοστούμια και βρακιά χεσμένα, ναι αυτοί μας κυβερνούν. “
“ Μα τι καταλαβαίνουν; Είναι με τόνα πόδι στον τάφο. “
“ Κοίταξε, η ψυχή τους, αντί ν’ αποτελείται από ενέργεια, από φωτόνια υψηλής συχνότητας, αποτελείται από μόρια σκατών! Γι’ αυτό κάνουν αυτά που κάνουν. Ένας βόθρος χορτασμό δεν έχει. ”
“ Μα τι επιδιώκουν; Να μας κάνουν όλους ζώα; “
“ Όχι αγαπητέ μου, λάθος μέγα λάθος. Δεν θέλουν να μας κάνουν ζώα, αλλά δούλους. “
“ Δηλαδή ο δούλος είναι χειρότερος από το ζώο; “
“ Τρις χειρότερος! Θυμάσαι από παλιά, όταν τον γάιδαρο τον τσιγκλούσαμε στον γκώλο, νευρίαζε, μας έριχνε μια κλωτσιά στην μάπα , και πάει το δόντι. Τον δούλο, όσο κι’ αν τον χτυπάς με τον βούρδουλα στην καμπούρα, αυτός τίποτα, εκεί το κεφάλι του σκυφτό. Κι’ εδώ είναι το μεγάλο κόλπο. “