Ήταν ημέρα Κυριακή, ηλιόλουστη, αργία,και είπα να κάνω μια βόλτα, αφήνοντας τους μυαλούς μου λεύτερους, στους πέντε αγέρηδες του κόσμου, για να τους σούρουν, σε κόσμους όμορφους, ηθικούς,αγγελικά πλασμένους. Κι΄εκεί που νόμιζα πως βρήκα καταφύγιο στα άδυτα της ανθρώπινης φαντασίας, μια γνώριμη φωνή, μ’έφερε και πάλι στη μίζερη πραγματικότητα.
"Ει! Μπούτση που αρμενίζεις? Έλα εδώ στο καφενείο, σε θέλουμε, έχουμε απορίες." Ήταν ο φίλος μου ο Γιακουμής, με μια παρέα που κουτσοπίνανε τα τσιπουράκια τους, να πάνε κάτω τα φαρμάκια τους.
"Ει! Μπούτση που αρμενίζεις? Έλα εδώ στο καφενείο, σε θέλουμε, έχουμε απορίες." Ήταν ο φίλος μου ο Γιακουμής, με μια παρέα που κουτσοπίνανε τα τσιπουράκια τους, να πάνε κάτω τα φαρμάκια τους.