Σελίδες

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Επιτύμβιον άσμα προς τον άγνωστον πεσόντα πολιτικόν

1
Μία μαντινάδα Κρητικιά
κι' εγώ θέλω να γράψω
μα στσι φλωρίνης τα χωριά
εκειά θέλω να κλάψου
2
Έφυγες και κλαιν τα νυχτοπούλια
έφυγες δεν ανατέλει πια η πούλια
3
Έφυγες κι' αργοκυλούν οι ώρες
έφυγες και πλάκωσαν οι μπόρες
4
Έφυγες σ'αναζητούνε
τα βουνά, οι ραχούλες.
Έφυγες και σταμάτησαν
οι βλογημένες οι βροχούλες
5
Έφυγες και μαράθηκαν
τα φύλλα από τα δέντρα
έφυγες και εχάθηκεν
η μπάλα από τη σέντρα
6
Οι γλάροι όλοι τους
φορέσανε τα μαύρα
κι'οι μοναχές προσεύχονται
στην πρωϊνή την αύρα
7
Εις τα ψηλά βουνά
δε λιώσανε τα χιόνια
κλαίουν κι'οι Πρέσπες γοερά
μαζί με τα τσιρόνια
8
Ω! τέκνον μοσχομύριστον
της άνοιξης λουλούδι
Ω! γύρνα στις αγγάλες μας
ν'αρχίσει το τραγούδι
9
Έφυγες και μαράζωσαν
οι όμορφες οι κόρες
ως και στα μαύρα εντύθηκαν
και οι γεροντοκόρες
10
Ωσάν το αίμα τα νερά
κι'οι ποταμοί κοκκίνησαν
σκηνές της Αποκάλυψης
με τρόμο μας εθύμισαν
11
Σταμάτησεν ο τσάμικος
το της ψυχής το καθαρτήριο
κι'ακούστηκε το πένθιμο
του Βέρντι το εμβατήριο
12
Εχάθη το φεγγάρι μας
σκοτείνιασεν η φύση
μέχρι και που ο ήλιος μας
ενέτειλεν από τη δύση
13
Μπλώχτηκαν πιστός και ιερείς
στης πόλη την πλατεία
κι'εκάμανεν γονιπετείς
μεγάλη λιτανεία
14
Ω! που μας πέταξες
τί θα γενούμε τώρα;
θα μας χτυπούν οι θάλασσες
οι άνεμοι η μπόρα
15
Μίσεψες μοσχολούλουδο
στη χώρα τη μεγάλη
να σε φιλούν οι αγέρηδες
της παναγιάς τα κάλλη
16
Έφυγες μακριά
τι τόθελες κι'επράττου
και στενοχώρησες πολύ
τη Τζούλια Αλεξανδράτου
17
Ρόδο μου μοσχομυριστό
της γης χιλιοβγαλμένο
εκεί στο πάτριο έδαφος
γονατιστός σε περιμένω
18
Στα ουράνια σε σηκώσανε
ψηλά τα Χερουβείμ
ώσπερ υδάτων μύριων
υμνούσιν σε τα Σεραφείμ
19
Κλαίνε τα χόρτα τα σπαρτά
στο βλογημένο χώμα
κλαίνε τα δέντρα τα κλαδιά
ως και τα ψάρια ακόμα
20
Άνθη μυριάδες ευωδιάζαν
στη γη σαν περπατούσες
κρίνα αμάραντα στο διάβα σου
στη στράτα που πατούσες
21
Θρήνουν οι χήρες όλες
όλα τα ορφανά
μωρά μέσα στις κούνιες τους
πάνες και μπιμπερά
22
Παρακαλούν μανάδες και παιδιά
το χέρι να τους δώσεις
κι ως απο μηχανής θεός
τη χώρα σου να σώσεις
23
Τι συμφορά εκτύπησεν μεγάλη
ποιος θε να καθαρίζει τις πατάτες;
εφαληρίσαμεν στο εσαεί
ποιος θε να τρώγει τις ντομάτες;
24
Ηγέτης όλων τε της γης
των παλαβών και των χαζών
κι'έχοντας έμβλημα τρανό
το ό φαγών ού μη χεσών
25
Ωσάν το βαρέλι εκύλησες
εις τις μεγάλες σκάλες
ποιος θ'αμολάει τώρα πια
αρλούμπες και πορδές μεγάλες;
26
Έφαγες και επάχυνες
ωσάν ελέφαντας εγίνεις
και η κοιλιά σου άνοιξεν
ωσάν φυστίκιον Αιγίνης
27
Και που το ηύρες ν'ασελγείς
εις του λαού το πτώμα
σαν ερπετό να σούρνεσαι
ν'αποπατείς από το στόμα
28
Αχ! παν οι μέρες, πάνε οι νύχτες
πάνε κι'οι δόξες οι παλιές
τα περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαίς
29
Ολίγος Μπούτσης
κι'ολίγος Σολωμός
μετά μαγιονέζας
καπνιστός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου