Σελίδες

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Το πουλάκι τσίου

Καθόμασταν με το φίλο μου τον Γιακουμή στο καφενείο, και ακούγαμε τον Στουρνάρα, ν'ανακοινώνει τα νέα επαίσχυντα φοροεπιδρομικά μέτρα.
Ποιοι θα την πλερώσουν;
Αυτοί που πλερώνουν πάντα.
Οι μικροί, οι αδύναμοι, οι πτωχοί.
Οι τραπεζιτάδες; οι εφοπλιστάδες; οι βουλευτάδες;
Όχι μόνον δεν θα πλερώσουν, αλλά θα επιδοτηθούν και από πάνω. Πάνω απ'όλα τα νούμερα. Ανάπτυξη σου λέει το ζητούμενον. Αυτό θα πει οικονομική μεταρρύθμισις. 
Όταν πια επιτέλους τελείωσε, ακολούθησε πανδαιμόνιο.
Το τί απακολούθησε, καταισχύνομαι έστω κι'εγώ ο βρομόστομος να σας το γράψω.
Περιττόν, άλλωστε το καταλαβαίνετε και μόνοι σας.
Ξάφνου οργίστηκε κι'ο Θεός κι'άρχισε να ρίχνει αστροπελέκια, και χαλάζι.
Η πόρτα ήταν ανοιχτή και ξάφνου ένα σπουργίτι, πέρασε την πόρτα, κάθισε στην τηλεόραση κι'άρχισε να τραγουδάει.

Το πουλάκι τσίου
το πουλάκι τσίου

- " Τί λέει μωρέ;"
- " Σκάστε βλάκες, κι' ακούστε." πετάχτηκε ο Ιόλας ο επιλεγόμενος και γερόλυκος.
Ο Ιόλας που λέτε, είχε φάει όλη του τη ζωή στη φύση, τσομπάνης από 5 χρονών παιδάκι! Ήταν τόσο μεγάλη η επαφή του με τη φύση, ώστε είχε μάθει όχι μόνον να καταλαβαίνει, αλλά και να ομιλεί την γλώσσα των ζώων και των πουλιών.
- " Δεν καταλαβαίνουμε τι θέλει να πει; Εξήγα μας εσύ."
- " Σας τραγουδάει μωρέ άχρηστοι. Το πουλί έρχεται από το φεστιβάλ της Γιουροβίζιον. Αφού οι άνθρωποι έπαψαν νάχουν έμπνευση, έγραψε το πουλί δικούς του στίχους, και δική του μουσική. Πήρε το 1ο βραβείο, και ο δίσκος πούλησε 1.000.000 αντίτυπα, έγινε χαμός!"
- " Μα μπορούν να μιλάνε τα πουλιά;"
Το σπουργίτι άρχισε πάλι, τσίου-τσίου:
- " Όχι μόνον μιλούμε, αλλά και καταλαβαίνουμε και την γλώσσα των ανθρώπων. ΕΣΕΙΣ δεν καταλαβαίνετε τη δικιά μας."
- " Εσύ μωρέ Ιόλα την καταλαβαίνεις;"
- " Πιότερο κι'από την γλώσσα των ανθρώπων!"
Το σπουργίτι συνέχισε τσίου-τσίου.
- " Τί σήμαινε πάλι τσίου-τσίου; το ίδιο;"
- " Όχι μωρέ παναθεματισμένοι. Άλλο είναι τούτο το τσίου-τσίου."
- " Δηλαδή;"
- " Είστε βλάκες, είστε βλάκες!"
- " Μας βρίζει;!"
- " Όχι, μας λέει την αλήθεια."
Το πουλάκι συνέχισε, τσίου-τσίου.
- " Σκύβετε το κεφάλι σας στους δυνάστες σας, τους ψηφίζετε και μετά καταριέστε τη μοίρα σας. Ε! είστε ή δεν είστε βλάκες;!"
- " Και τι να κάνουμε;"
Τσίου-τσίου.
- " Να πάψετε νάστε δούλοι. Δέστε εμάς τα πουλιά. Είμαστε λεύτερα. Δεν έχουμε αφεντικά πάνω από το κεφάλι μας. Δεν δίνουμε λογαρία σε κανέναν. Πάμε όπου θέλουμε, κάνουμε ότι θέλουμε."
- " Ναι αλλά εσείς έχετε φτερά!"
Τσίου-τσίου:
- " Κι'εσείς έχετε, μόνο που τάχετε κομμένα. Σας τάχουν κόψει τ'αφεντικά σας, που εσείς οι ίδιοι τους επιλέξατε. Σας τάζουν ελευθερία, και σας πλερώνουν με σκλαβιά. Δούλοι! ε δούλοι!"
- " Ναι αλλά εμείς έχουμε ψυχή. Σιγά μη μας πεις πως και τα πουλιά έχουν ψυχή;!"
Τσίου-τσίου:
- " Ανοίξτε τη βίβλο, αγράμματοι. 

Κι'ο Θεός έπλασεν
τα ζώα και τα πετεινά τ'ουρανού
έχοντα ψυχήν ζώσαν!

Κι'εσείς οι άνθρωποι είχατε κάποτε ψυχή. Τώρα την απολέσατε! Πως νάστε μωρέ λεύτεροι, δίχως ψυχή;"

Δεν πιστεύαμε στ'αυτιά μας. Ο Γιακουμής δεν άντεξε και με ρώτησε.
- " Ρε συ Μπούτση, είναι αλήθεια αυτά που μας μεταφράζει ο Γερόλυκος, ή μας δουλεύει; Τα βγάνει από την κεφάλα του;"
- " Και βέβαια είναι αλήθεια. Που να την εύρει ο Ιόλας τέτοια σοφία;"
Ο διάλογος μεταξύ ανθρώπων και πουλιού, συνεχίστηκε με αυξανόμενον ενδιαφέρον.
- " Κι'εσύ τι είσαι; Άνδρας ή γυναίκα;"
Τσίου-τσίου:
- " Καλά, εξόν από λωλοί, είστε και γκαβοί; Δεν βλέπετε; Άνδρας είμαι!"
- " Και πούναι ο μπούτσος σου;"
Και τότε το πουλάκι, γύρισε τα οπίσθια του, τούρλωσε τον γκώλο του, κι'εφάνη ένα μικρό ψωλαράκι!"
- " Τίναι τούτο το σκουλικάκι; Πούτσο το λες εσύ αυτό;!"
Τσίου-τσίου:
- " Καλά σας λέω βλάκες, μου το επιβεβαιώνετε. Αν εσείς την είχατε αναλογικά με το σώμα σας όπως και εγώ, τότε θα την είχατε ίσα με τσι 50 πόντους, και όχι με 10 όπως την έχετε! Κομπλεξικοί, μικρόψωλοι, ε μικρόψωλοι! Όταν γαμάω την σπουργιτίνα μου το καταλαβαίνει για τα καλά, στανιάρει, της φτάνει μέχτι το στομάχι!"
- " Και τι πούτσα τέτοια, να βγαίνει από τον γκώλο; Κι'από που διάολο γαμάτε;"
Τσίου-τσίου:
- " Και πάλι από τον γκώλο! Κι'εσείς οι άνθρωποι το θέλετε, αλλά αν τολμάτε πάτε και πέστε το στις γυναίκες σας. Θα φάτε το τηγάνι στο κεφάλι μαζί με το καυτό λάδι. Πονηροί, ε! Πονηροί!"
- " Είσαι και παντρεμένος;"
Τσίου-τσίου:
- " Ναι, με όλες τις σπουργιτίνες του κόσμου"
- " Κι'οι σπουργιτίνες;"
Τσίου-τσίου:
- " Μ'όλους τους σπουργίτες του κόσμου!"
- Αυτό είναι αντίθρησκο!"
Τσίου-τσίου:
- " Εσείς είστε οι αντίθρησκοι!"
- " Και γιατί;"
Τσίου-τσίου:
- " Γιατί κι'εσείς θέλετε νάχετε όλες τις γυναίκες του κόσμου, ενώ η δικιά σας ν'ανήκει μόνο σ'εσάς. Γι'αυτό μοιχεύετε, γι'αυτό πορνεύεστε. Ποιος είναι τώρα αντίθρησκος;"
- " Και που τα ξέρεις  εσύ όλ'αυτά;"
Τσίου-τσίου:
- " Εμείς τα πουλιά εκτός από το σώμα σας, διαβάζουμε και το μυαλό σας."
- " Παιδιά έχεις;"
Τσίου-τσίου:
- " Πολλά, αμέτρητα, δε ξέρω κι'εγώ πόσα;"
- " Δεν ξέρεις πόσα παιδιά έχεις;! Αίσχος. Είσαι ανήθικος!"
Τσίου-τσίου:
- " Ακούστε ρεμάλια. Εμείς  τα παιδιά μας δεν τα θεωρούμε ιδιοκτησία μας. Εμείς δεν έχουμε κληρονομιά να μοιράσουμε.Χαλίλ Γκιμπράν δεν έχετε διαβάσει;"
- " Χαλί Γκιμπράν;! Τίναι τούτο; Χαλί Περσίας;"
Τσίου-τσίου:
- " Σοφός ανατολίτης ποιητής, έγραψε τον κήπο του Προφήτη;"
- " Τίναι πάλι τούτο; Ανατολίτικο γλυκό;"
Τσίου-τσίου:
- " Ποίημα αδαείς."
- " Και τί είπε ο Προφήτης;"
Τσίου-τσίου:
- " Κάποια μάνα πλησίασε τον Προφήτη, και τον ρώτησε. 
Μεγάλε δάσκαλε  μίλησε μας για τα παιδιά!
 Και τότε ο προφήτης, γύρισε και της είπε.
Τα παιδιά σου
δεν είναι παιδιά σου.
Οι γυιοί σου και οι κόρες σου
είναι τα πυρωμένα βέλη
κι'εσύ ο τοξότης που τα σφεντονίζει
στο άπειρο
"
- " Πατρίδα έχεις;"
Τσίου-τσίου:
- " Ναι, πατρίδα μου, είναι όλη η γης!"
- " Δηλαδή πατρίδα σου θα μπορούσε νάναι και η Τουρκία;"
Τσίου-τσίου:
- " Γιατί όχι;"
- " Είσαι επικίνδυνος, αναρχικός, δεν έχεις πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια, δεν έχεις νόμους!" χτύπησε το χέρι του εξοργισμένος, ο Θεόφιλος ο επίτροπος της εκκλησίας. 
Το έργο, έρχισε να σοβαρεύει, κι'από κωμωδία του Αριστοφάνη, άρχισε να εξελίσσεται σε τραγωδία του Ευριπίδη.
Το πουλάκι άρχισε να χτυπάει τις φτερούγες του, και να υψώνει τον τόνο της φωνής του.
Τσίου-τσίου:
- " Έχω και πατρίδα, και θρησκεία, και οικογένεια και νόμο."
- " Ποιον;"
Τσίου-τσίου:
- " Την ελευθερίαν!"
- " Ποιαν ελευθερία;"
Τσίου-τσίου:
- " Εμείς τα πουλιά δεν τρωγόμαστε μεταξύ μας, δεν σκοτωνόμαστε. Αγαπιόμαστε. Εσείς οι άνθρωποι, ο ένας τρώει τον άλλον!"
- " Δεν πας εκκλησία!"
Τσίου-τσίου:
- " Ενώ εσύ που πας;"
- " Προσεύχομαι στο Θεό, προσκυνάω τις εικόνες, ανάβω τα καντήλια."
Το σπουργίτι έχασε την ψυχραιμία του, βλέπετε ότι αυτά έχουν οι συναναστροφές με τους ανθρώπους, χτύπησε με δύναμη τα φτερά του, αναπήδησε, και έβγαλε όλη τη φωνή του εξάλλω καταστάσει:
Τσίου-τσίου-τσίου-τσίου:
- " Φαρισαίε, υποκριτή, στην εκκλησία πας, για να χαζεύεις τις νεαρές γυναίκες και τις μικρές κορασίδες! Πορνόγερε! Πουτανόγερε!"
Ο επίτροπος έχασε πλήρως την ψυχραιμία του, γκρέμισε τα μπουκάλια, και τα ποτήρια από το τραπέζι, και ούρλιαξε.
- " Να φύγεις από δώ. Είσαι ανεπιθύμητος. Μολεύεις την κοινωνία των ανθρώπων!"
Και τότε το σπουργίτι πέταξε απότομα, στάθηκε πάνω από τον επίτροπο, και του άφησε μια κουτσουλιά, που τον πέτυχε ακριβώς στο δεξί μάτι. Ο επίτροπος έκανε μια γρήγορη κίνηση να πιάσει, να στραγγαλίσει το σπουργίτι, αλλ'αυτό με ένα αστραπιαίο φτερούγισμα, βγήκε έξω από την πόρτα, και ανέβηκε πάνω σ'ένα καλώδιο της ΔΕΗ. Βγήκαμε όλοι όξω αποσβολωμένοι και το κοιτούσαμε, Εκείνη τη στιγμή, περνούσε από κάτω ο Νικόλας ο κυνηγός, ο επικαλούμενος και Βάρβαρος, το είδε, σήκωσε τ'όπλο του, και μπαμ! Πάει το κακόμοιρο το σπουργιτάκι.

Έπαψε να κελαηδάει.
Και μαζί του έσβησε κάθε φωνή ελευθερίας
σε τούτη την καταραμένης γης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου