Σελίδες

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Ο επιτάφιος της Δημοκρατίας



Άσμα χολής κι’οργής για τον χρόνο που μας πέρασε

                                          
Ω! γλυκύ μου έαρ
γλυκύτατόν μου τέκνον
που έδει σου το κάλλος
                              
Και τότε ο καπετάν Μιχάλης
έμπηξε τη μαχαίρα του
στα’αχαμνούς του Νουρέμπεη
Από τότε ο Νουρής
έπαψε μπλιό νάναι άντρας


Μοίρα θλιμμένη και κακή
άπελθε το πικρό ποτήριο
και δώσε μου πένα δυνατή
θανατερή σαν δηλητήριο

Τρέμουν τα χέρια σαν φτερά
τις κόλλες μου σαν πιάνω
γιατί δεν έχω γιατρικά
τον πόνο σας να γιάνω
                                
Αργόμισθοι και τεμπέληδες
βάλθηκαν να μας σώσουν
τον τόπο να ομορφύνουνε
το τίποτα να μας δώσουν

Μισθός στις κόρες στις γυναίκες τους
μισθός και στα φρικιά τους
κι’ακόμα πιο χειρότερα
μισθός και στα βρακιά τους

Επάνω στ’άλογα τους
ξεσάλωσαν οι σέλες
κι’αυτοί να τρώγουν και να πίνουσιν
με δώδεκα μασέλες

Δεν ξέρουν που να κρύψουνε
τους τεραστίους κώλους
να κάθονται στα έδρανα
να πέρδονται ασυστόλως

Γιώμισαν τα κεφάλια τους
από βαθύ σκοτάδι
άλλα να λέγουν το πρωί
κι’άλλα να πράττουσιν το βράδυ

Μα θες δε ματακούστηκε
τέτοια ντροπή μεγάλη
εσείς τις μαλακίες σας να κάνετε
μα να τις επλερώνουν άλλοι

Με όξος και χολή πικρή
τρέχουνε τα παγούρια
κι’όλοι δουλεύουνε σκυφτοί
σαν νά’τανε γαϊδούρια

Πήραμε εντολή από ψηλά
σφιχτά λουριά να βρείτε
γιατί άμα δεν το κάνετε
όλοι θα κρεμαστείτε

Ήρθανε και μας πλάκωσαν
συμφέροντα ξενόφερτα
και βάλανε να μας κυβερνούν
μπούληδες και μαμμόθρεφτα


Επήγαμε εις Δ.Ν.Τ κι’ Ευρώπη
και τον εκάρφωσάν μας όλο
κι’ο κώλος μας έκλανε γοργά
ωσάν Γερμανικό  να ήτο πολυβόλο

Πάνε του έθνους τα παλιά
τα μεγαλεία τα περασμένα
τώρα ο κόσμος περπατά
με τα βρακιά χεσμένα

Μην  πεθυμείτε πράγματα πολλά
εις την ζωήν να ζείτε
μα όταν θα πεθάνετε
στον τάφο θα τα βρείτε

Φόροι στα δέντρα στα βουνά
φόροι σ’όλα τα ζωντανά σας
στις σαύρες, στα όρνεα , στα πτηνά
φόροι στις μύγες, στα φαγιά σας

Ω! σεις που κατουρείτε
εκεί στα μουλωχτά
Ω! σεις που χέζετε
εκεί στην ερημιά

Ω! νιές παρθένες κι’όμορφες
φόρος και στο πιπί σας
και σείς νιοί εκεί που παίζετε
με το ιερό πουλί σας

Μεγάλοι ξένοι βάλθηκαν
τον κόσμο να χωρίσουν
άνθρωποι, ζώα, μα και μηχανές
να μη μπορούν να ξεχωρίσουν

Αφήσαν την  Ελλάδα μας
στο άγριο κύμα μόνη
καράβι σάπιο και σαθρό
σκαρί δίχως τιμόνι
    
Ο ήλιος χάθηκε σ’ανατολή και δύση
ποτέ δεν πρόκειται να ξενυχτώσει
μεσ’ στο σκοτάδι θα κινούμαστε
κι’από νύχτα σε νύχτα θε να ξημερώσει

Επάνω εις τις σκέπες μας
τα χελιδόνια δε λαλούνε
τώρα της τρόικας τα όρνεα
άγρια, πειναλέα, εκεί καραδοκούνε
                            
Και τι έκαμα ο δύσμοιρος
τόσο  χάμου να πέσω
κι΄όπως το λέγει κι΄ο Σεφέρης μας
τέτοια δημοκρατία να τη χέσω

Άνθρωποι αξιόλογοι καματεροί
η πείνα τους χτυπάει στο στομάχι
Ω! τι σοσιαλισμός κακόμοιροι
έτυχεν να σας  λάχει

Κι’αν έχετε και παιδιά
που θέλουν να σπουδάσουν
βάλτε τα με τα ζα στο στάβλο σας
εκεί να χειμωνιάσουν
                  
Τα πάντα υποθηκεύσανε
νερό, αγέρηδες και χώμα
μας βάλανε να πληρώνουνε
ως και τα εγγόνια μας ακόμα

Κόσμος στους δρόμους τριγυρνά
ωσάν επαίτης δίχως μία
λόγια παχιά κι’επαίσχυντα
μα ελπίδα πια καμία

Ήρθανε μέρες γιορτινές
χάθηκαν οι φωνές απ’τις αλάνες
οι εκκλησίες στα μαύρα εντύθηκαν
πένθιμα χτύπησαν βαριά οι καμπάνες

Πικρά μελομακάρονα
πικρό κρασί θα πιούμε
τέλειωσαν και τα παραμύθια στα παιδιά
τίποτα πια δεν έχουμε να πούμε
                      
Αντί για τα Χριστούγεννα 
το Πάσχα ήλθε
κι’αυτό να το λερώσουν
κι’απάνω στο σταυρό
αντί για το Χριστό
εσένα να σταυρώσουν

Τα τιμημένα γηρατειά
που τη ζωή τους πέρασαν στις μάντρες
τώρα δεν έχουνε ψωμί να φάν
και παίζουνε τσ'απελπισιάς τις χάντρες

Και νάχουν στο κεφάλι τους
χοντρόπετσον οπού μιλούσε
ω! τίναι τούτος άνθρωπος
για γάιδαρος οπού λαλούσε
                                
Πέρασαν πια οι εποχές
απάντων των καλών κι’ ωραίων
κρεμάστηκ’όλη η σύμπαση
από τ’αρχίδια πέντ’Εβραίων

Σ’εφημερίδες και σ’ όλες τις τιβί
πλάκωσαν τα λαμόγια
παραλογίαν τε και λογικήν να σμίξουνε
με σαχλαμάρες, μπούρδες, σάπια λόγια

Σεις άγρια θεριά κι’ανήμερα
που τρέφεστε μ’ελπίδες και με σπλάχνα
θα σας αλυσοδέσουνε ανήμερα
χωρίς οίκτο, δίχως να βγάλετ’άχνα

Πηγαίνω στο κρεβάτι μου
κι’ο ύπνος δε με πιάνει
κατάρα στα παιδάκια σας
Θεός να μην τα γιάνει

Βόμβος βαρύς κι’ανήκουστος
στα ώτα ζώντων και πεθαμένων
πως η δημοκρατία πέθανε
δεν υπάρχει πια
παρά εις τα μυαλά των διεφθαρμένων
                        
Ω! νιοί, κρίνα και ρόδ’απάνεμα
μη σβήσουν της  ψυχής σας τ’άστρια
ελπίς κι’απελπισιά μαζί
της γης εσείς ανεμογκάστρια
                                
Προσέχτε κακομοίρηδες
γιατ’οι λαοί άμα πεινάσουν
μια μέρα θα ξεσηκωθούν
και ζωντανούς θα σας κρεμάσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου