«Το 184 και τα μυστήρια του»
Πήγα που λέτε αυτές τις μέρες στον
τοπικό γιατρό του Ι.Κ.Α. να κλείσω ραντεβού, προκειμένου να εξετάσει τη μάνα
μου, βλέπετε γριά και αρρωστιάρα γυναίκα, και τον άκουσα με έκπληξη να μου
λέγει, ότι για να κλείσω ραντεβού, πρέπει πρώτα να πάρω το 184 στην Αθήνα! Και
από κει να μου κλείσουν ραντεβού για το Αμύνταιο!
«Έλα Χριστέ και Παναγιά», είπα
μέσα μου, άλλο πάλι και τούτο. Τι να κάνω ο έρμος υπάκουσα. Παίρνω το 184, και
ακούστηκε από την άλλη πλευρά μια μηχανική φωνή να μου λέγει: «Τηλεφωνείτε στο
184 στην Αθήνα. Οι υπάλληλοι είναι όλοι απασχολημένοι. Περιμένετε στο ακουστικό
σας». Ακολούθησε ρυθμική ποπ μουσική. Ξανακούστηκε εκ νέου η μηχανική φωνή,
πάλι τα ίδια, εν τω μεταξύ οι μονάδες στο τηλέφωνο πέφτανε αβέρτα. Την Τρίτη
φορά, και αφού ήδη είχαν περάσει επτά λεπτά, επιτέλους ακούστηκε μια πραγματική
φωνή.
“Λέγεσθε, όνομα, επίθετο, έτος
γεννήσεως, ΑΜΚΑ κ.λ.π. Από πού τηλεφωνείτε;»
«Από το Αμύνταιο.»
«Αμύνταιο;! Και που είναι αυτό;!»
«Με δουλεύετε κύριε;»
«Όχι, εσείς με δουλεύετε. Στην Φλώρινα
κυρία μου.»
«Έτσι πέστε μου, στην Φλώρινα.»
«Τι Φλώρινα, τι Βουλγαρία, για σας
τους Αθηναίους το ίδιο είναι. Θέλω να κλείσω ραντεβού για τη μάνα μου. Είναι γριά
γυναίκα, έπεσε και πιθανώς να’χει σπάσει το πόδι της.»
«Μάλιστα, σήμερα έχουμε πρώτη του
μηνός, σας κλείνω για τις δέκα του μηνός!»
«Μα τι λέτε κυρία μου, η
κατάσταση επείγει.»
«Εγώ δε μπορώ να κάνω τίποτα» και
το έκλεισε.
Είπα να ξαναπάρω, σκαρφιζόμενος
κάτι πιο σοβαρό. Αφού επανελήφθη η ίδια ανούσια διαδικασία, αυτή τη φορά, βγήκε
δεύτερη γυναικεία φωνή.
«Κοιτάξτε, η μάνα μου έχει τη
καρδιά της, και αισθάνεται δυσφορία. Πρέπει να τη δει γιατρός.»
«Μάλιστα, έχω ραντεβού για τις δέκα
του μηνός.»
«Μα κυρία μου, μπορεί να πάθει
έμφραγμα.»
«Ε! Και πώς κάνετε έτσι, για ένα
εμφραγματάκι!»
«Κυρία μου, καταλαβαίνετε ότι μου
λέτε αρλούμπες;»
«Πώς είπατε; Αρλούμπες; Είστε αυθάδης!»
και το έκλεισε.
Άρχισα να εκνευρίζομαι τα μάλα,
και είπα να σκαρφιστώ κάτι πιο σοβαρό. Παίρνω για Τρίτη φορά, οπότε βγαίνει
καινούργια γυναικεία φωνή.
«Τι θέλετε;»
«Να κλείσω ραντεβού για τη μάνα
μου. Είναι γριά γυναίκα, και βαριά άρρωστη, έχει καρκίνο στα πνευμόνια. Η κατάστασή
της είναι σοβαρή, και πρέπει να την δει γιατρός.»
«Μάλιστα, σας έκλεισα ραντεβού
για τις δέκα του μηνός.»
«Μα μέχρι τότε μπορεί να’χει
πεθάνει! Να την πάω στον γιατρό πεθαμένη;»
«Ε! και τι το περάσατε κύριε; Μπορεί
να πεθάνει κάποιος όποτε θέλει αυτός;!» και το έκλεισε.
Με την πίεση ανεβασμένη στο
κεφάλι, μ’έπιασε η ακατανίκητη εκείνη επιθυμία να ουρήσω. Εκεί που
ανακουφιζόμουν, μια ιδέα πλημμύρισε με φως, την σκοτεινιασμένη συνείδησή μου.
«Ναι αυτό είναι, αυτό είναι, το
βρήκα! Μα τι βλάκας που είμαι!»
Πήρα για τέταρτη φορά τηλέφωνο,
γιομάτος σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Αυτή τη φορά, βγήκε μια αντρίκεια φωνή.
«Θέλω να κλείσω ραντεβού.»
«Και τι έχετε;»
«Δεν κατάλαβα καλά, τηλεφωνητής
είστε ή γιατρός;»
«Γιατρός είμαι, αλλά περιμένω τη
σειρά μου για ειδικότητα, οπότε προς το παρόν, κάνω τον τηλεφωνητή.»
«Ακόμη καλλίτερα. Ακούστε γιατρέ.
Την τελευταία βδομάδα, έχω συνεχή στύση!»
«Τι λέτε! Σοβαρό πρόβλημα! Και τι
κάνατε για τούτο;»
«Κατ’αρχήν επιδόθηκα στον
αυνανισμό. Δέκα φορές την ημέρα την έπαιξα, μα τίποτα!»
«Και μετά;»
«Πήγα στις πόρνες. Επαγγελματίες του
sex είπα
είναι, κάτι περισσότερο θα γνωρίζουν.»
«Και τι έγινε;»
«Κάναμε τα πάντα, κανονικό,
πισωκωλλητό, 69, καβαλιστό, ισπανικό, οθωμανικό, πεολειχία μα τίποτα!»
«Και μετά;»
«Ζήτησα παρηγοριά στη γυναίκα
μου. Όλη τη νύχτα ξαγρυπνήσαμε, μα τίποτα.»
«Και η γυναίκα σας, τι σας είπε;»
«Ήταν γεμάτη χαρά, αλλά εγώ
γεμάτος ανησυχία.»
«Και μετά;»
«Αποφάσισα να υποβάλλω τον εαυτό
μου, σε μία επώδυνη δοκιμασία. Γέμισα μια κανάτα με παγάκια, και την έβαλα μέσα
για δύο ολόκληρες ώρες! Πάλι τίποτα.»
«Και μέτα;»
«Πήγα σε μάγισσες, σε
χαρτορίχτρες, ωσάν τον Φάουστ. Μπήκα στο μισοσκότεινο δωμάτιο, με τη γυάλινη
σφαίρα, και τη μάγισσα να κάθεται επιβλητική στο τραπέζι, με το σαμί, και το
διαπεραστικό της βλέμμα.»
«Πες μου γιαβρούμ, τι σε
βασανίζει, και η μάγισσα Φούρκα, θα σε θεραπεύσει.»
Της εξήγησα την περίπτωση μου,
και την είδα να στέκεται σκεπτική, και γεμάτη απορία.
«Γιαβρούμ, τι’ναι τούτα που με
λες; Τόσα χρόνια μάγισσα είμαι, αλλά τέτοιο πράγμα, πρώτη φορά βλέπω. Σε μένα
έρχονται άντρες, που το πουλί τους κοιμάται, και δεν κάνει κούκου. Και γω τους λέω
χίλια ξόρκια, και τους πουλί τους ξυπνάει, και αρχίζει να κελαηδάει σαν αηδόνι της
άνοιξης, και με προσκυνούν και με χρυσοπληρώνουν. Αλλά άντρας, που το πουλί του
κάνει κούκου, και να θέλει να το κοιμίσουμε, δεν το καταλαβαίνω. Η γιαγιά μου,
που ήταν μεγάλη μάγισσα, δε μου’μαθε τέτοιο ξόρκι. Η μαγεία δεν σε πιάνει,
πήγαινε στην επιστήμη.»
«Καταλαβαίνετε γιατρέ, γιατί
έρχομαι τώρα σε σας.»
«Κοιτάξτε κύριε, η περίπτωσή σας λέγεται
πριαπισμός, και θέλει επείγουσα θεραπεία.»
«Πως είπατε; Πι-απισμός;»
«Όχι, όχι, Πρί-πρι-απισμός.»
«Α! Πρι-πρι-απισμός. Θεραπεύεται;»
«Σας είπα, η κατάσταση σας είναι
επείγουσα, και χρειάζεται άμεση θεραπεία.»
«Και για στάσου γιατρέ, όταν λες
θεραπεία δηλαδή τι εννοείς; Να μου πέσει και να μην μου ξανασηκωθεί; Άμα είναι
τέτοια θεραπεία, να μου λείπει! Καλά είμαι κι’έτσι.»
«Όχι, όχι, θα’χετε στύση, αλλά
κανονική. Γι’αυτό θα σας κλείσω ραντεβού, γι’αύριο το πρωί στις οχτώ.»
Έτσι που λέτε, πήρα πρωί-πρωί τη
μάνα μου, την πήγα στο γιατρό, όπου την εξέτασε στη θέση μου.»
Καλοί άνθρωποι. Όταν πρόκειται να
πάρετε το 184 για ραντεβού, προσέχτε καλά τι θα τους πείτε. Αν τους πείτε ότι
έχετε κάποιο σοβαρό πρόβλημα, την βάψατε. Αν τους πείτε καμιά σαχλαμάρα,
εκάματε τη δουλειά σας!
Πρίαπις*: Θεός της γονιμότητας
των αρχαίων Ασσυρίων, που παρίστατο με τεράστιο φαλλό-γαϊδουρίσιο, αιωνίως
σηκωμένο! Μπράβο ρε Πρίαπι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου